Loading ...

Όλα ξεκίνησαν πριν από πολλά χρόνια όταν έπεζα ροκ τραγούδια για τους φίλους που έρχονταν στο σπίτι και ακούγαμε παρέα τις μουσικές που διάλεγα.
Τα χρόνια μπορεί να έχουν περάσει,
αλλά δεν έχω ξεχάσει την παλιά συνήθεια να παίζω καλή μουσική.
Έτσι συνεχίζω πάλι να παίζω όπως παλιά,
αυτή τη φορά μέσω του Διαδικτύου,
και κάθε μέρα μεταδίδω παλιό καλό rock για τους παλιούς φίλους που μπορεί να μην βλέπω πια συχνά αλλά μέσα απο αυτή τη ραδιοφωνική συχνότητα τους έχω πάλι κοντά μου.
Αν θέλετε λοιπόν να ακούσετε καλό ροκ από τη δεκαετία του εξήντα, τη δεκαετία του εβδομήντα και την δεκαετία του ογδόντα...
Είστε στο σωστό μέρος.


Μείνετε συντονισμένοι στο ''Up The Irons web Radio''

24 hours a day Classic Rock N Metal

24 hours a day Classic Rock N Metal
CLICK TO CONECT IN THE WEB RADIO

Τρίτη 28 Σεπτεμβρίου 2010

ΞΑΝΑ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ

Σύμφωνα με τα ελληνικά charts της ifpi, οι Iron Maiden με τον τελευταίο τους δίσκο, "The Final Frontier", φιγουράρουν περήφανοι στην πρώτη θέση τις τελευταίες τέσσερις εβδομάδες.



Όχι μικρό κατόρθωμα αν αναλογιστεί κανείς την ελληνική μουσική αγορά. Η Ελλάδα είναι μία από τις εικοσιτέσσερις χώρες που οι Βρετανοί βρέθηκαν στην κορυφή των charts.

Ακόμα, πολύ υψηλά στη λίστα βρίσκονται ο Ozzy Osbourne, οι Apocalyptica, αλλά και οι Linkin Park, που με τις αντίστοιχες καινούργιες τους κυκλοφορίες χαίρουν της αποδοχης του ελληνικού ροκ κοινού.

Πηγή: www.rocking.gr

Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2010

Είμαι ο Οζζυ




Το φαινόμενο !
Οι άνθρωποι με ρωτάνε πώς και είμαι ακόμα ζωντανός και δεν ξέρω τι να τους πω. Όταν ήμουν πιτσιρικάς, αν με έστηνες στον τοίχο μαζί με άλλα παιδιά απ' τη γειτονιά μου και με ρωτούσες ποιος απ' όλους μας θα φτάσει τα εξήντα, ποιος απ' όλους θα κατέληγε να έχει πέντε παιδιά και τέσσερα εγγόνια και σπίτια στo Buckinghamshire και την California, δεν θα πόνταρα ποτέ σ' εμένα, ούτε μια στο γαμημένο εκατομμύριο.

Αλλά είμαι εδώ: Έτοιμος να πω την ιστορία μου, με τον δικό μου τρόπο, για πρώτη φορά. Κάθε μέρα της ζωής μου υπήρξε ένα γεγονός. Ήπια θανατηφόρους συνδυασμούς ποτού και ναρκωτικών για ...τριάντα χρόνια. Επέζησα από χτύπημα αεροπλάνου, αυτοκτονικά overdose, αφροδίσια. Κατηγορήθηκα για απόπειρα φόνου. Μετά έφτασα σχεδόν να πεθάνω όταν η «γουρούνα» μου χτύπησε σ' ένα σαμαράκι ενώ έτρεχα με μόλις τέσσερα χιλιόμετρα την ώρα."

Η αυτοβιογραφία του μεγάλου στα ρ της ροκ και μέταλ σκηνής κυκλοφορεί και στα ελληνικά!

Μια από τις πλέον ειλικρινείς και θαρραλέες αυτοβιογραφίες ενός θρύλου της ροκ που έγραψε ιστορία όχι μόνο με τη μουσική του, αλλά και με τις υπερβολές του στη σκηνή και εκτός αυτής, το βιβλίο που έμεινε για μήνες στη λίστα των μπεστ-σέλλερ των New York Times, κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Zoobus.

Η εξιστόρηση του Ozzy Οsbourne ξεκινάει από το παρελθόν στις φτωχογειτονιές του Aston, για να καταλήξει μέσα από ένα δύσκολο και μακρύ ταξίδι βουτηγμένο στο αλκοόλ, την κοκαΐνη, τo LSD και κάθε είδους ναρκωτική ουσία, στην τωρινή, πιο ειρηνική φάση της ζωής
του.

Ο Ozzy δεν κρύβει σχεδόν τίποτα: Φυλακή, ναρκωτικά, γάμοι, οικονομικά προβλήματα, ο αποκεφαλισμός των περιστεριών και της νυχτερίδας, το reality show στο MTV, η προσωπική του ζωή, οι επιτυχίες και οι αποτυχίες είναι ειδωμένες με ειλικρίνεια και βιτριολικό χιούμορ.

Από την άλλη, η ζωή ενός τόσο μεγάλου σταρ με τόσο μακρά ιστορία,δεν μπορεί παρά να διασταυρώνεται με ζωές άλλων διασήμων που έγραψαν μαζί με τον Ozzy την ιστορία της ροκ.

Το βιβλίο του, που γράφτηκε με τη βοήθεια του Chris Ayres, δεν είναι μια εγωκεντρική ματιά αποκλειστικά στραμμένη στο πρόσωπο του Osbourne, αλλά φωτίζει τη ροκ σκηνή στο σύνολό της: Το μεγαλείο της καλλιτεχνικής δημιουργίας, αλλά και τις έριδες και τις ζήλιες, και φυσικά τους κινδύνους που σε μεγάλο βαθμό οφείλονται στο τεράστιο μέγεθος της δημοτικότητας και του κοινού, που καλείται να διαχειριστείο καλλιτέχνης. Εν προκειμένω, ο Ozzy, το παιδί της εργατικής τάξης, από τις λαϊκές πολυκατοικίες μιας μικρής πόλης της βόρειας Αγγλίας.














http://tro-ma-ktiko.blogspot.com

Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2010

10 επιδραστικά άλμπουμ των ‘60s

Εκτός από τα προσωπικά αγαπημένα μου άλμπουμ της δεκαετίας, οι παρακάτω 10 δίσκοι αποτελούν κι αυτούς που κατά τη γνώμη μου επηρέασαν όσο λίγοι τα μουσικά δρώμενα που ακολούθησαν.

Led Zeppelin II

Το Ι του 1969 έβαλε τους Ζεπελιν στο μουσικό χάρτη, αλλά το ΟΙΗ που ακολούθησε μόλις οκτώ μήνες μετά ήταν αυτό που μπορεί να παινεύεται πως καθόρισε τόσο τον ήχο της μπάντας, όσο και τον ήχο «ανάδελφων» συγκροτημάτων, όπως οι Purple ή οι Heep. Και φυσικά έχουμε κι όλα αυτά τα σπουδαία Whole Lotta Love, What Is And What Should Never Be και Thank You να σιγοντάρουν.






Led Zepplin Whole Lotta Love



S.F. Sorrow

Το S.F. Sorrow των Pretty Things θεωρείται –και είναι- η πρώτη ροκ όπερα όλων των εποχών, λίγους μήνες πριν βγει το Tommy των Who. Το εν λόγω άλμπουμ δεν αποτέλεσε απλώς μια μέγιστη επιρροή για τον Townshend, αλλά έδωσε το καλύτερο δείγμα baroque rock που ακούσαμε μέχρι τότε (αλλά και μετά).


Pretty Things - S.F. Sorrow Is Born (Live Abbey Road '98)



Something Else

Τραγικά υποτιμημένοι, οι βρετανοί Kinks αναγνωρίστηκαν ελάχιστα στην εποχή τους, κυρίως με αυτό εδώ το άλμπουμ του 1967. Κάθε ένα τραγούδι αποτελεί και μια συγκλονιστική ηχητική και μουσική βινιέτα του Swinging London και του ηδονιστικού κλίματος της εποχής, παρέα με μερικά τραγούδια-σήματα κατατεθέντα του μουντού, χειμωνιάτικου Λονδίνου.


The Kinks - Death Of A Clown



Let It Bleed

Ακόμη ένα άλμπουμ από το 1969 (θα ήταν είτε αυτό, είτε το Beggars Banquet του 1968), με το οποίο οι Rolling Stones έφτασαν σε δυσθεώρητα ύψη ποιότητας, τα οποία δεν προσέγγισαν ποτέ άλλοτε –μην ακούτε διάφορους να σας λένε για το Exile του 1972, είναι υπερβολικά βαρετό σε σχέση με αυτόν τον ροκ δυναμίτη, ο οποίος περιέχει Love In Vain, You Can’t Always Get What You Want, καθώς και το ΚΑΛΥΤΕΡΟ κομμάτι τους, δηλαδή το παρακάτω...


The Rolling Stones: Gimme Shelter



The Doors

Ψυχεδελικοί και προκλητικοί όσο λίγοι εκείνη την εποχή, παρέδωσαν ένα οπλοστάσιο τραγουδιών, όπως τα “Break On Through,” “Light My Fire,” “Soul Kitchen,” και “The End», που όμοιο του είχαν ελάχιστες σύγχρονες μπάντες. Ποιητής, ψευτο-ποιητής, το θέμα είναι πως ο Jim Morrison έπιασε το zeitgeist των Technicolor ‘60s και τους άλλαξε τα φώτα με τους αλλόκοτους στίχους του.


The Doors Light My Fire Live In Europe



Forever Changes

Κι άλλο άλμπουμ του 1967 –φαίνεται πως οι καιροί τότε ήταν πρόσφοροι για την παραγωγή μουσικών αριστουργημάτων. Οι καλιφορνέζοι Love παρέδωσαν μια συλλογή ανυπέρβλητων flower power ύμνων, όπως τα “A House Is Not A Motel”, “The Red Telephone”, “Seven And Seven Is”, “My Little Red Book” και φυσικά το επικό “Alone Again Or”. Ευτυχώς πρόλαβα και τους είδα πριν πεθάνει ο φυσικός τους ηγέτης, Arthur Lee.


Arthur Lee & Love - Red Telephone Live 200?



Sgt. Pepper’s Lonely Hearts Club Band

Οι Beatles με το άλμπουμ αυτό έπιασαν τζακποτ και τίναξαν την μπάνκα στον αέρα. Ξεπερνώντας όχι μόνο τις υπόλοιπες μπάντες της εποχής, αλλά κυρίως τον ίδιο τους τον εαυτό, που ήταν και ο βασικός τους «αντίπαλος», δημιούργησαν 11 τραγούδια εκτυφλωτικά διαχρονικής ομορφιάς. Ο,τι άλλο ειπωθεί, θα είναι περιττό.


Beatles - A Day in the life




the beatles / when i m 64



Tommy

Οι Who έχουν καλύτερα άλμπουμ, όπως το Who’s Next, που ακολούθησε δυο χρόνια μετά, αλλά ο δίσκος αυτός ήταν ο πιο σημαντικός για την καριέρα τους κι αυτός που τους άνοιξε ακόμη και τις πιο ερμητικά κλειστές πόρτες της μουσικής βιομηχανίας. Ήταν τόση η επιρροή του συγκεκριμένου άλμπουμ, ώστε 6 χρόνια μετά έγινε μέχρι και κινηματογραφική ταινία με τη συμμετοχή των Elton John, Jack Nickolson και Eric Clapton.


The Who - Pinball Wizard



Pet Sounds

Τρελαμένος ή όχι, ο Brian Wilson πήρε τους Beach Boys απ’ το χέρι και τους έβαλε στα μεγάλα σαλόνια, αναγκάζοντας ακόμα και τον Πολ Μακαρτνει να δηλώσει «ανίκανος να κυκλοφορήσει ο ίδιος ένα τόσο τεράστιο αριστούργημα». Σύμφωνοι, είναι λίγο υπερτιμημένο, αλλά περιέχει σπουδαία τραγούδια, όπως τα Sloop John B., Wouldn’t It Be Nice και God Only Knows. Κι ήταν κι αρκετά μάγκες ώστε να μην συγκαταλέξουν κοτζάμ Good Vibrations μέσα στο άλμπουμ.


The Beach Boys - Good Vibrations



Revolver

Είναι το πρώτο σπουδαίο μουσικό διαπιστευτήριο των Beatles κι αυτό που σήμανε την αλλαγή ρότας τους από τα χαζοχαρούμενα ερωτικά τραγουδάκια σε καλλιτέχνες που έκαναν Μεγάλη Μουσική. “Eleanor Rigby,” “I’m Only Sleeping”, “Tomorrow Never Knows” και φυσικό το κομμάτι που ακολουθεί άνοιξαν το δρόμο για τα υπόλοιπα συγκροτήματα που ακολούθησαν να εντάξουν τα έγχορδα στις ροκ μουσικές δομές, όπως και ανατολίτικα όργανα, όπως σιτάρ.


Beatles_-_For_No_One



Πηγή: www.cosmo.gr

Τζίμι Χέντριξ... σαράντα χρόνια από το θανατό του

O Τζίμι Χέντριξ γεννήθηκε ως Τζέιμς Μάρσαλ Χέντριξ, στις 27 Νοεμβρίου 1942 στο Σιάτλ της Ουάσιγκτον, από πατέρα μαύρο και μητέρα Ινδιάνα.

Θεωρείται από πολλούς ως ο κορυφαίος κιθαρίστας στην ιστορία της ροκ μουσικής και ήταν αυτοδίδακτος. Ξεκίνησε το 1961 να παίζει διάφορους ρυθμούς μπλουζ της εποχής.

Βρέθηκε νεκρός στις 18 Σεπτεμβρίου του 1970 στο ξενοδοχείο Samarkand στο Λονδίνο όπου διέμενε. Αν και ως αιτία θανάτου προσδιορίστηκε αναρρόφηση τροφών, οι συνθήκες που οδήγησαν στο θάνατό του οφείλονταν σε υπερβολική λήψη βαρβιτουρικών. Ο τελευταίος άνθρωπος που ήταν μαζί του ήταν... η Γερμανίδα σύντροφός του Μόνικα Ντάνεμαν.

Ένα μελαγχολικό ποίημα που βρέθηκε δίπλα στο κρεβάτι του έκανε πολλούς να πιστέψουν ότι αυτοκτόνησε. Ο Χέντριξ με τις αμέτρητες σχέσεις, άφησε πίσω του δύο παιδιά, την Ταμίκα (1966) από τον δεσμό του με την αμερικανίδα Νταϊάν Κάρπεντερ και τον Τζεϊμς (1969) από τον δεσμό του με τη σουηδέζα Εύα Σούντκβιστ. Ο ίδιος δεν τα αναγνώρισε εν ζωή, το έπραξε, όμως, αργότερα ο πατέρας του Αλ, ο οποίος ήταν διαχειριστής της κληρονομιάς του.


AC / DC

Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες οι AC/DC διανύουν μία μουσική καριέρα που δεν δείχνει να κοπάζει και ακριβώς όπως και το ηλεκτρικό ρεύμα έτσι και εκείνοι, εφοδιάζουν τον πλανήτη με μια αναγκαία πηγή δύναμης και ενέργειας.

Μετά τη συγκρότηση της μπάντας το 1973, η ηλεκτροφόρος rock 'n' roll μουσική των AC/DC κατάφερε να κατακλύσει τον κόσμο μέσω αμέτρητων sold-out περιοδειών, ενώ οι παγκόσμιες πωλήσεις τους ξεπερνούν τα 150 εκατομμύρια άλμπουμ μέχρι στιγμής. Αποτελούν το #1 best-selling σχήμα του μουσικού καταλόγου καλλιτεχνών της Sony BMG Music Entertainment, έχοντας πουλήσει σχεδόν 70 εκατομμύρια άλμπουμ μόνο στις ΗΠΑ, γεγονός που καθιστά τους AC/DC ως ένα από τα πέντε συγκροτήματα με τις μεγαλύτερες πωλήσεις στην Αμερικάνικη μουσική ιστορία. Μια από τις πιο αγαπημένες δουλειές της μπάντας, το άλμπουμ-φαινόμενο «Back In Black», έχει επιτύχει RIAA «Double Diamond» υπόσταση, για πωλήσεις που ξεπερνούν τα 22 εκατομμύρια αντίτυπα στις Η.Π.Α. και αποτελεί το πέμπτο κατά σειρά άλμπουμ στην λίστα των κυκλοφοριών με τις μεγαλύτερες πωλήσεις όλων των εποχών στις Η.Π.Α.

Αν και οι ρίζες των AC/DC εντοπίζονται στην Αυστραλία, η αρχή της ιστορίας της μπάντας γράφεται λίγο νωρίτερα στη Γλασκόβη της Σκοτίας, όπου οι Angus και Malcolm Young, ο μουσικός πυρήνας του συγκροτήματος (και ακόμη και σήμερα το πιο ταλαντούχο κιθαριστικό δίδυμο στη ροκ ιστορία), γεννήθηκαν (το 1958 και 1953, αντίστοιχα). Το 1963 η οικογένεια Young μετανάστευσε στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας, όπου η μουσική θα σημάδευε για πάντα τα αδέρφια. Ως μέλος των Easybeats, ο μεγαλύτερος αδερφός των Angus και Malcolm, ο George Young, ευθυνόταν για μία από τις πρώτες παγκόσμιες επιτυχίες του προήλθαν από την Αυστραλία, το «Friday On My Mind», το 1966. Από το 1974 μέχρι το 2000, ο George και ο μουσικός του συνεργάτης, Harry Vanda, ανέλαβαν την παραγωγή πολλών άλμπουμ των AC/DC, συμπεριλαμβανομένου των «High Voltage», «T.N.T.», «Dirty Deeds Done Dirt Cheap», «Let There Be Rock», «If You Want Blood You've Got It», «Powerage», «74 Jailbreak», «Who Made Who», «Blow Up Your Video», και «Stiff Upper Lip».

Παίρνοντας ενθάρρυνση από τη μουσική επιτυχία του μεγαλύτερου αδερφού τους, οι Angus και Malcolm Young συγκρότησαν το δικό τους rock 'n' roll σχήμα και η πρεμιέρα του μοναδικού κιθαριστικού τους ήχου έγινε στις 31 Δεκεμβρίου 1973, σε μία συναυλία που δόθηκε την Παραμονή Πρωτοχρονιάς στο Chequers Club του Σίδνεϊ.

Αφού βάφτισαν το νέο ροκ σχήμα τους «AC/DC» (το όνομα προέρχεται από τα γράμματα στο πίσω μέρος της ραπτομηχανής που ανήκε στην αδερφή τους, Margaret), οι Angus και Malcolm μετακόμισαν από το Σίδνεϊ στη Μελβούρνη και ξεκίνησαν την αναζήτηση, μέσα από αμέτρητα line-ups, ενός ισχυρού ρυθμικού τμήματος και ενός τραγουδιστή, η φωνή του οποίου θα ταίριαζε με τη μανιακή κιθαριστική επίθεση των αδερφών Young. Οι νεοβάπτιστοι AC/DC βρήκαν την πνευματική τους σπιθαμή στο πρόσωπο του Bon Scott, ενός τραγουδιστή που ζούσε στην κόψη του ξυραφιού και ο οποίος κάποτε είχε κάνει δοκιμαστικό για την μπάντα, όταν δούλευε για εκείνους ως τεχνικός και οδηγός πίσω στο Σύδνεϋ. Με τον Bon Scott (Σκοτσέζος και εκείνος που είχε μεταναστεύσει στην Αυστραλία) να έχει λάβει τη θέση του co-frontman στη -σήμα κατατεθέν- «μαθητική εμφάνιση» του Angus, οι AC/DC ήταν πλέον έτοιμοι να ηλεκτρίσουν τον πλανήτη.

Μόλις υπέγραψαν συμβόλαιο με τον George Young στην Albert Records, οι AC/DC κυκλοφόρησαν τα πρώτα τους άλμπουμ στην Αυστραλία, το «High Voltage» το 1974 (ένα άλμπουμ λίγο διαφορετικό από το Αμερικάνικο «High Voltage») και το «T.N.T.» το 1975. Αφού οι δίσκοι τους έγιναν χρυσοί και πλατινένιοι στην Αυστραλία, οι AC/DC ακολούθησαν ένα πρόγραμμα ασταμάτητων περιοδειών, θέτοντας έτσι τη βάση για τη μετέπειτα φαινομενική τους εξέλιξη.

Το 1976, έχοντας κατακτήσει την πρώτη τους ήπειρο, οι AC/DC ταξίδεψαν στη Μ. Βρετανία. Όταν ο rock 'n' roll ήχος της μπάντας έφερε στους AC/DC μία θέση στο φημισμένο Marquee Club, το συγκρότημα έσπασε όλα τα ρεκόρ παρουσίας κοινού στο χώρο. Οι μέρες των AC/DC παίζοντας σε club ήταν μετρημένες. Μέσα σε ένα χρόνο, το «Let There Be Rock», η πρώτη ταυτόχρονη παγκόσμια κυκλοφορία της μπάντας και η πρώτη εμφάνιση του αμίμητου AC/DC λογοτύπου – υπερυψωμένα μεταλλικά Γοτθικά γράμματα που διαχωρίζονται από τον κεραυνό του Δία – θα τους εκτόξευε στη στρατόσφαιρα των σταδίων. Οι AC/DC ήταν έτοιμοι να κατακτήσουν την Αμερική.

Το καλοκαίρι του 1977, οι AC/DC έδωσαν πολλαπλές συναυλίες επί αμερικάνικου εδάφους, σε clubs όπως το Palladium και το CBGB στη Νέα Υόρκη και το Whiskey στο Λος Άντζελες, αλλά και σε χώρους όπως το Jacksonville Coliseum. Ως το 1978, οι AC/DC ήταν ένα από τα πιο καυτά συναυλιακά ονόματα παγκοσμίως. Για τη δημιουργία του επόμενου άλμπουμ τους συνεργάστηκαν με τον παραγωγό Mutt Lange. Αποτέλεσμα αυτής της συνεργασίας ήταν το hard rock μεγαθήριο «Highway To Hell», που κυκλοφόρησε το 1979 και το οποίο ήταν το πρώτο άλμπουμ των AC/DC που τους έβαλε στο Αμερικάνικο Top 100, αλλά και ο πρώτος δίσκος της μπάντας που έγινε χρυσός στις Η.Π.Α. Το Νοέμβριο του ίδιου έτους, η μπάντα ταξίδεψε στο Παρίσι, για να γυρίσει το μνημειώδες «Let The Be Rock», ένα άκρως σημαντικό ντοκουμέντο της χρυσής εποχής που έφερε στο συγκρότημα φήμη παγκοσμίως.

Στις 19 Φεβρουαρίου 1980, ο τραγουδιστής Bon Scott απεβίωσε στο Λονδίνο, σε ηλικία 33 ετών. Προσπαθώντας να συνέλθουν από το σοκ που τους προκάλεσε ο χαμός του ταλαντούχου και ζωηρού τραγουδιστή τους, τα εναπομείναντα μέλη των AC/DC αποφάσισαν πως υπήρχε ένας μόνο τρόπος για να αποδώσουν σωστά φόρο τιμής στον Bon Scott: να συνεχίσουν να δημιουργούν τη μουσική που εκείνος θα ήθελε να δημιουργούν.

Το συγκρότημα βρήκε έναν απίστευτο νέο τραγουδιστή και frontman στο πρόσωπο του Brian Johnson, που προερχόταν από το Newcastle και ο οποίος τραγουδούσε σε μια μπάντα ονόματι Geordie, την οποία λάτρευε ο Bon Scott. Επιστρέφοντας στο στούντιο με τον Mutt Lange, οι AC/DC μαζί με τον καινούργιο τους τραγουδιστή δημιούργησαν το «Back In Black», ένα από τα πιο επιτυχημένα άλμπουμ όλων των εποχών ανεξαρτήτως μουσικής τοποθέτησης. Το ομότιτλο κομμάτι, καθώς και ο ύμνος «You Shook Me All Night Long», οδήγησαν το «Back In Black» στο #1 στη Μ. Βρετανία και στο #4 στις ΗΠΑ, όπου από τότε έχει γίνει 22 φορές πλατινένιο (double Diamond plus).

Οι AC/DC συνέχισαν να κυκλοφορούν υψηλά σε πωλήσεις άλμπουμ κατά τη διάρκεια των δεκαετιών '80 και '90, που συνοδεύονταν πάντοτε από πετυχημένες sold-out περιοδείες και θεαματικές συναυλίες, καθώς και αξιομνημόνευτες εμφανίσεις σε φεστιβάλ- συμπεριλαμβανομένου των συναυλιών στο «Monsters of Rock», «Castle Donington», «Rock In Rio», και «Rock Around The Bloc» φεστιβάλ στο Tushino Airfield στη Μόσχα το 1991, μία δωρεάν συναυλία, στην οποία παραβρέθηκαν περίπου ένα εκατομμύριο οπαδοί.

Στις 15 Σεπτεμβρίου 2000, οι AC/DC εισήχθησαν στο Hollywood Walk of Fame και τα χέρια τους «αποτυπώθηκαν» στο τσιμέντο μπροστά από το Guitar Center στο Hollywood Boulevard.

Στις 10 Μαρτίου 2003 εισήχθησαν στο Rock and Roll Hall of Fame, ύστερα από τελετή που πραγματοποιήθηκε στο Waldorf-Astoria στη Νέα Υόρκη. Ο Steve Tyler των Aerosmith τέλεσε τη «μύηση», τραγούδησε στην τελετή το κομμάτι «You Shook Me All Night Long» με τους AC/DC και περιέγραψε τον διαχρονικό rock 'n' roll ήχο του συγκροτήματος ως «...ο κεραυνός από την Αυστραλία που μας δίνει το δεύτερο κατά σειρά πιο δυνατό κύμα που κυκλοφορεί στο σώμα μας».

Πηγή: www.sansimera.gr

Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2010

Heavy Metal και θρησκεία: H άλλη άποψη


Να και μια άποψη που ΣΙΓΟΥΡΑ δεν την έχετε ακούσει στο παρελθόν. Η ιερέας της Αγγλικανικής Εκκλησίας Rachel Mann έκανε την εξής δήλωση:
“Ο Χριστιανισμός μπορεί να διδαχθεί πολλά από τους Black Sabbath, αλλά και από το heavy metal γενικότερα.” Για να υποστηρίξει την άποψη της αυτή η Mann (η οποία λειτουργεί στο Manchester) έγραψε και ένα άρθρο στην εφημερίδα “The Church Times” όπου επισημαίνει ότι: “Από το 1969 που οι Black Sabbath το δημιούργησαν, το heavy metal έχει κατηγορηθεί ως βλακώδες, ηλίθιο, σε περιπτώσεις σατανικό και γενικά μουσική ακατάλληλη για σοβαρή συζήτηση. Ως ιερέας αλλά και οπαδός του metal μου φαίνεται ότι η εκκλησία έχει να διδαχθεί αρκετά από το heavy metal, ειδικά στους καιρούς μου ζούμε.
Η μουσική αυτή μου φαίνεται ότι προσφέρει στους οπαδούς της την ευκαιρία να αποδεχθούν τους άλλους με έναν τρόπο, που θα ντρόπιαζε πολλούς χριστιανούς.”
Είπατε τίποτα;
Πηγή: http://rockwaynews.blogspot.com