Loading ...

Όλα ξεκίνησαν πριν από πολλά χρόνια όταν έπεζα ροκ τραγούδια για τους φίλους που έρχονταν στο σπίτι και ακούγαμε παρέα τις μουσικές που διάλεγα.
Τα χρόνια μπορεί να έχουν περάσει,
αλλά δεν έχω ξεχάσει την παλιά συνήθεια να παίζω καλή μουσική.
Έτσι συνεχίζω πάλι να παίζω όπως παλιά,
αυτή τη φορά μέσω του Διαδικτύου,
και κάθε μέρα μεταδίδω παλιό καλό rock για τους παλιούς φίλους που μπορεί να μην βλέπω πια συχνά αλλά μέσα απο αυτή τη ραδιοφωνική συχνότητα τους έχω πάλι κοντά μου.
Αν θέλετε λοιπόν να ακούσετε καλό ροκ από τη δεκαετία του εξήντα, τη δεκαετία του εβδομήντα και την δεκαετία του ογδόντα...
Είστε στο σωστό μέρος.


Μείνετε συντονισμένοι στο ''Up The Irons web Radio''

24 hours a day Classic Rock N Metal

24 hours a day Classic Rock N Metal
CLICK TO CONECT IN THE WEB RADIO
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα AC/DC. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα AC/DC. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2011

Η συλλογή του Bon Scott πριν τους AC / DC δείτε και το video

Ο τραγουδιστής Bon Scott πριν τους AC / DC είχε μια σταδιοδρομία στην μουσική , και με αυτή την συλλογή που θα κυκλοφορήσει στις 22 Φεβρουαρίου, μπορούμε να ακούσουμε κάποιες από εκείνες τις σπάνιες ηχογραφήσεις που έκανε κατα καιρούς. Η συλλογή περιέχει και υλικό απο την κυκλοφορία-single του Bon Scott "Round And Round" με τρία κομμάτια που ο Scott έγραψε με τον Peter Cross of the Mount Lofty Rangers το 1973.

Η παραγωγή της συλλογής είναι του Ted Yanni που επεξεργαζόταν το υλικό για περίπου 2 χρόνια μαζί με εξαίρετους μουσικούς και τεχνικούς. Επίσης η συλλογή περιλαμβάνει τραγούδια απο την εποχή που ο καλλιτέχνης ηταν στην μπάντα των Fraternity .

Δείτε ενα video απο αυτή την μπάντα του Scott


Track listing:

01. Carey Gully
02. Round And Round
03. To Know You Is To Love You
04. She Said
05. Every Day You Have To Cry
06. I Can’t Dance With You
07. Peculiar Hole In The Sky
08. Love Makes Sweet Music
09. Can Hear The Raindrops
10. Why Me
11. Sooky Sooky



Πηγή: www.southernrock.gr

Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2010

AC / DC

Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες οι AC/DC διανύουν μία μουσική καριέρα που δεν δείχνει να κοπάζει και ακριβώς όπως και το ηλεκτρικό ρεύμα έτσι και εκείνοι, εφοδιάζουν τον πλανήτη με μια αναγκαία πηγή δύναμης και ενέργειας.

Μετά τη συγκρότηση της μπάντας το 1973, η ηλεκτροφόρος rock 'n' roll μουσική των AC/DC κατάφερε να κατακλύσει τον κόσμο μέσω αμέτρητων sold-out περιοδειών, ενώ οι παγκόσμιες πωλήσεις τους ξεπερνούν τα 150 εκατομμύρια άλμπουμ μέχρι στιγμής. Αποτελούν το #1 best-selling σχήμα του μουσικού καταλόγου καλλιτεχνών της Sony BMG Music Entertainment, έχοντας πουλήσει σχεδόν 70 εκατομμύρια άλμπουμ μόνο στις ΗΠΑ, γεγονός που καθιστά τους AC/DC ως ένα από τα πέντε συγκροτήματα με τις μεγαλύτερες πωλήσεις στην Αμερικάνικη μουσική ιστορία. Μια από τις πιο αγαπημένες δουλειές της μπάντας, το άλμπουμ-φαινόμενο «Back In Black», έχει επιτύχει RIAA «Double Diamond» υπόσταση, για πωλήσεις που ξεπερνούν τα 22 εκατομμύρια αντίτυπα στις Η.Π.Α. και αποτελεί το πέμπτο κατά σειρά άλμπουμ στην λίστα των κυκλοφοριών με τις μεγαλύτερες πωλήσεις όλων των εποχών στις Η.Π.Α.

Αν και οι ρίζες των AC/DC εντοπίζονται στην Αυστραλία, η αρχή της ιστορίας της μπάντας γράφεται λίγο νωρίτερα στη Γλασκόβη της Σκοτίας, όπου οι Angus και Malcolm Young, ο μουσικός πυρήνας του συγκροτήματος (και ακόμη και σήμερα το πιο ταλαντούχο κιθαριστικό δίδυμο στη ροκ ιστορία), γεννήθηκαν (το 1958 και 1953, αντίστοιχα). Το 1963 η οικογένεια Young μετανάστευσε στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας, όπου η μουσική θα σημάδευε για πάντα τα αδέρφια. Ως μέλος των Easybeats, ο μεγαλύτερος αδερφός των Angus και Malcolm, ο George Young, ευθυνόταν για μία από τις πρώτες παγκόσμιες επιτυχίες του προήλθαν από την Αυστραλία, το «Friday On My Mind», το 1966. Από το 1974 μέχρι το 2000, ο George και ο μουσικός του συνεργάτης, Harry Vanda, ανέλαβαν την παραγωγή πολλών άλμπουμ των AC/DC, συμπεριλαμβανομένου των «High Voltage», «T.N.T.», «Dirty Deeds Done Dirt Cheap», «Let There Be Rock», «If You Want Blood You've Got It», «Powerage», «74 Jailbreak», «Who Made Who», «Blow Up Your Video», και «Stiff Upper Lip».

Παίρνοντας ενθάρρυνση από τη μουσική επιτυχία του μεγαλύτερου αδερφού τους, οι Angus και Malcolm Young συγκρότησαν το δικό τους rock 'n' roll σχήμα και η πρεμιέρα του μοναδικού κιθαριστικού τους ήχου έγινε στις 31 Δεκεμβρίου 1973, σε μία συναυλία που δόθηκε την Παραμονή Πρωτοχρονιάς στο Chequers Club του Σίδνεϊ.

Αφού βάφτισαν το νέο ροκ σχήμα τους «AC/DC» (το όνομα προέρχεται από τα γράμματα στο πίσω μέρος της ραπτομηχανής που ανήκε στην αδερφή τους, Margaret), οι Angus και Malcolm μετακόμισαν από το Σίδνεϊ στη Μελβούρνη και ξεκίνησαν την αναζήτηση, μέσα από αμέτρητα line-ups, ενός ισχυρού ρυθμικού τμήματος και ενός τραγουδιστή, η φωνή του οποίου θα ταίριαζε με τη μανιακή κιθαριστική επίθεση των αδερφών Young. Οι νεοβάπτιστοι AC/DC βρήκαν την πνευματική τους σπιθαμή στο πρόσωπο του Bon Scott, ενός τραγουδιστή που ζούσε στην κόψη του ξυραφιού και ο οποίος κάποτε είχε κάνει δοκιμαστικό για την μπάντα, όταν δούλευε για εκείνους ως τεχνικός και οδηγός πίσω στο Σύδνεϋ. Με τον Bon Scott (Σκοτσέζος και εκείνος που είχε μεταναστεύσει στην Αυστραλία) να έχει λάβει τη θέση του co-frontman στη -σήμα κατατεθέν- «μαθητική εμφάνιση» του Angus, οι AC/DC ήταν πλέον έτοιμοι να ηλεκτρίσουν τον πλανήτη.

Μόλις υπέγραψαν συμβόλαιο με τον George Young στην Albert Records, οι AC/DC κυκλοφόρησαν τα πρώτα τους άλμπουμ στην Αυστραλία, το «High Voltage» το 1974 (ένα άλμπουμ λίγο διαφορετικό από το Αμερικάνικο «High Voltage») και το «T.N.T.» το 1975. Αφού οι δίσκοι τους έγιναν χρυσοί και πλατινένιοι στην Αυστραλία, οι AC/DC ακολούθησαν ένα πρόγραμμα ασταμάτητων περιοδειών, θέτοντας έτσι τη βάση για τη μετέπειτα φαινομενική τους εξέλιξη.

Το 1976, έχοντας κατακτήσει την πρώτη τους ήπειρο, οι AC/DC ταξίδεψαν στη Μ. Βρετανία. Όταν ο rock 'n' roll ήχος της μπάντας έφερε στους AC/DC μία θέση στο φημισμένο Marquee Club, το συγκρότημα έσπασε όλα τα ρεκόρ παρουσίας κοινού στο χώρο. Οι μέρες των AC/DC παίζοντας σε club ήταν μετρημένες. Μέσα σε ένα χρόνο, το «Let There Be Rock», η πρώτη ταυτόχρονη παγκόσμια κυκλοφορία της μπάντας και η πρώτη εμφάνιση του αμίμητου AC/DC λογοτύπου – υπερυψωμένα μεταλλικά Γοτθικά γράμματα που διαχωρίζονται από τον κεραυνό του Δία – θα τους εκτόξευε στη στρατόσφαιρα των σταδίων. Οι AC/DC ήταν έτοιμοι να κατακτήσουν την Αμερική.

Το καλοκαίρι του 1977, οι AC/DC έδωσαν πολλαπλές συναυλίες επί αμερικάνικου εδάφους, σε clubs όπως το Palladium και το CBGB στη Νέα Υόρκη και το Whiskey στο Λος Άντζελες, αλλά και σε χώρους όπως το Jacksonville Coliseum. Ως το 1978, οι AC/DC ήταν ένα από τα πιο καυτά συναυλιακά ονόματα παγκοσμίως. Για τη δημιουργία του επόμενου άλμπουμ τους συνεργάστηκαν με τον παραγωγό Mutt Lange. Αποτέλεσμα αυτής της συνεργασίας ήταν το hard rock μεγαθήριο «Highway To Hell», που κυκλοφόρησε το 1979 και το οποίο ήταν το πρώτο άλμπουμ των AC/DC που τους έβαλε στο Αμερικάνικο Top 100, αλλά και ο πρώτος δίσκος της μπάντας που έγινε χρυσός στις Η.Π.Α. Το Νοέμβριο του ίδιου έτους, η μπάντα ταξίδεψε στο Παρίσι, για να γυρίσει το μνημειώδες «Let The Be Rock», ένα άκρως σημαντικό ντοκουμέντο της χρυσής εποχής που έφερε στο συγκρότημα φήμη παγκοσμίως.

Στις 19 Φεβρουαρίου 1980, ο τραγουδιστής Bon Scott απεβίωσε στο Λονδίνο, σε ηλικία 33 ετών. Προσπαθώντας να συνέλθουν από το σοκ που τους προκάλεσε ο χαμός του ταλαντούχου και ζωηρού τραγουδιστή τους, τα εναπομείναντα μέλη των AC/DC αποφάσισαν πως υπήρχε ένας μόνο τρόπος για να αποδώσουν σωστά φόρο τιμής στον Bon Scott: να συνεχίσουν να δημιουργούν τη μουσική που εκείνος θα ήθελε να δημιουργούν.

Το συγκρότημα βρήκε έναν απίστευτο νέο τραγουδιστή και frontman στο πρόσωπο του Brian Johnson, που προερχόταν από το Newcastle και ο οποίος τραγουδούσε σε μια μπάντα ονόματι Geordie, την οποία λάτρευε ο Bon Scott. Επιστρέφοντας στο στούντιο με τον Mutt Lange, οι AC/DC μαζί με τον καινούργιο τους τραγουδιστή δημιούργησαν το «Back In Black», ένα από τα πιο επιτυχημένα άλμπουμ όλων των εποχών ανεξαρτήτως μουσικής τοποθέτησης. Το ομότιτλο κομμάτι, καθώς και ο ύμνος «You Shook Me All Night Long», οδήγησαν το «Back In Black» στο #1 στη Μ. Βρετανία και στο #4 στις ΗΠΑ, όπου από τότε έχει γίνει 22 φορές πλατινένιο (double Diamond plus).

Οι AC/DC συνέχισαν να κυκλοφορούν υψηλά σε πωλήσεις άλμπουμ κατά τη διάρκεια των δεκαετιών '80 και '90, που συνοδεύονταν πάντοτε από πετυχημένες sold-out περιοδείες και θεαματικές συναυλίες, καθώς και αξιομνημόνευτες εμφανίσεις σε φεστιβάλ- συμπεριλαμβανομένου των συναυλιών στο «Monsters of Rock», «Castle Donington», «Rock In Rio», και «Rock Around The Bloc» φεστιβάλ στο Tushino Airfield στη Μόσχα το 1991, μία δωρεάν συναυλία, στην οποία παραβρέθηκαν περίπου ένα εκατομμύριο οπαδοί.

Στις 15 Σεπτεμβρίου 2000, οι AC/DC εισήχθησαν στο Hollywood Walk of Fame και τα χέρια τους «αποτυπώθηκαν» στο τσιμέντο μπροστά από το Guitar Center στο Hollywood Boulevard.

Στις 10 Μαρτίου 2003 εισήχθησαν στο Rock and Roll Hall of Fame, ύστερα από τελετή που πραγματοποιήθηκε στο Waldorf-Astoria στη Νέα Υόρκη. Ο Steve Tyler των Aerosmith τέλεσε τη «μύηση», τραγούδησε στην τελετή το κομμάτι «You Shook Me All Night Long» με τους AC/DC και περιέγραψε τον διαχρονικό rock 'n' roll ήχο του συγκροτήματος ως «...ο κεραυνός από την Αυστραλία που μας δίνει το δεύτερο κατά σειρά πιο δυνατό κύμα που κυκλοφορεί στο σώμα μας».

Πηγή: www.sansimera.gr

Παρασκευή 29 Μαΐου 2009

AC/DC, The Answer ΟΑΚΑ, 28/05/09

AC/DC, The Answer @ ΟΑΚΑ, 28/05/09 Share Share


Η είσοδος του rock 'n' roll στις μεγάλες αρένες ήταν για πολλούς και ο θάνατος του. Από τους πρώτους διδάξαντες του arena rock οι Led Zeppelin, που έκαναν τα τεράστια στάδια δεύτερο σπίτι τους. Η μετάλλαξη του μουσικού σε απόμακρο αστέρι είχε ξεκινήσει. Μεγαλύτερο κοινό, μεγαλύτερες ανάγκες και το έδαφος πρόσφορο για τεράστια έσοδα.

Η επαφή μουσικού-θεατή αρχίζει να χάνεται και από την κατάσταση τύπου Fillmore «υπάρχει κανένα τσιγαριλίκι εύκαιρο να το μοιραστούμε με το συγκρότημα;» φτάνουμε στις μεγάλες παραγωγές που ο οπαδός με κιάλια προσπαθεί να διακρίνει αν ο τραγουδιστής τραγουδά live ή playback και αν ο κιθαρίστας έχει το όργανό του καρφωμένο στον ενισχυτή.



Πρώτος που αντιλήφθηκε την κατάσταση και άσκησε (αυτό)κριτική ήταν ο Roger Waters, ο οποίος πέρασε το μήνυμα μέσα από την περιοδεία του "The Wall" στα τέλη του '70. Μουσικοί εκτελούσαν τα τραγούδια της μπάντας φορώντας μάσκες με τα χαρακτηριστικά των Waters, Gilmour and co. To μήνυμα: Σχεδόν δεν έχει σημασία πια ποιος είναι πάνω στη σκηνή. Το make-up, τα λέιζερ και η απόσταση αρχίζουν και υπερισχύουν, βάζοντας σε δεύτερη μοίρα τη σύνθεση, την εκφραστικότητα και την ερμηνεία.

Από τους (υπερβολικούς ίσως) αυτοσχεδιασμούς και το musicianship των '70s περάσαμε λοιπόν στην απλοποίηση, στο refrain, τα παλαμάκια και τα πυροτεχνήματα των '80s. Μουσική κομμωτηρίου, φτιαγμένη κατά παραγγελία για το ραδιόφωνο και αργότερα την τηλεόραση («We want our MTV...»). Όλα αυτά μαζί, και σε συνδυασμό με το μεγαλύτερο κακό που είχε αρχίσει βέβαια από τα '70s και λέγεται κατηγοριοποίηση της μουσικής, οδηγούν στην αναμενόμενη παρακμή αλλά και τη γέννηση νέων ιδιωμάτων μέσα από τη φυσιολογική αντίδραση στην τυποποίηση (new wave, punk, grunge).



Μέσα σε όλο αυτό το χάος φτάνουμε στη δεκαετία του 2000. Η μουσική σκηνή κατακερματισμένη, η απουσία κυρίαρχου ρεύματος φανερή, το downloading έχει γίνει καθημερινότητα και οι εταιρίες στην απόγνωσή τους πουλάνε ό,τι έχει ηχογραφηθεί ή μαγνητοσκοπηθεί (πρόβες, demos, tv shows κλπ.) μπας και σώσουν την κατάσταση και τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους. Μόνη λύση για τον καλλιτέχνη και ουσιαστική απόδειξη της αξίας του είναι (και πάλι) το live. Με μια διαφορά. Λείπουν οι ακρότητες και οι υπερβολές του παρελθόντος (αρκούδες να κυνηγάνε τραγουδιστές, κιθάρες με λέιζερ και νέον, δράκοι που σκοτώνονται από κιθαρίστες τιμωρούς και λοιπά κιτσάτα) και το βάρος δίνεται στο ρεπερτόριο και τη μουσική αυτή καθε αυτή.

Οι λίστες με τις πιο πετυχημένες περιοδείες λένε πλέον πολλά περισσότερα από οποιοδήποτε top πωλήσεων και πάνω στη σκηνή ξεχωρίζει σίγουρα πιο εύκολα η ήρα από το στάρι ή αλλιώς το ρεπερτόριο από τα hit singles.



Σε αυτή τη major league λοιπόν ξεχωρίζουν τα τελευταία χρόνια μερικοί καλλιτέχνες μετρημένοι στα δάκτυλα που συνδυάζουν πολύ επιτυχημένα την αμεσότητα στην τέχνη τους με τα μεγάλα shows. Και τι σύμπτωση: Όλoι είναι καλλιτέχνες που παίζουν rock μουσική. Από τους U2 στους Stones και μέχρι τους Metallica το ροκ υπάρχει και αποδεικνύει ότι δεν πέθανε τελικά ποτέ.

20.000.000 (ναι, δε διαβάσατε λάθος, 20 εκατομμύρια) αιτήσεις για ένα εισιτήριο στην O2 Arena είχε το one-off reunion των Led Zeppelin (ρεκόρ Guinness), ενώ τους Stones παρακολούθησαν 4,68 εκατομμύρια θεατές μόνο στη "Bigger Bang" περιοδεία τους.



Μέσα σε αυτήν την κατηγορία των τεράστιων ανήκει φυσικά και η «Electric Young Brothers Band», με έδρα την Αυστραλία και καταγωγή από τη Σκωτία, που κατακτά την υφήλιο κάθε φορά που βάζει πλώρη για νέα περιοδεία. Χωρίς να αφήνουν την εικόνα να κυριαρχεί στα shows τους αλλά με εξαιρετικές πινελιές εντυπωσιασμού, ηλεκτρίζουν ορδές μουσικόφιλων που αχόρταγοι ζητούν περισσότερο και ακόμη περισσότερο rock 'n' roll κάθε φορά που η μπάντα περνά από την περιοχή τους. Έφτασε λοιπόν το πλήρωμα του χρόνου και οι AC/DC είναι έτοιμοι να μας κεραυνοβολήσουν με τον τρόπο που μας περιέγραφαν μόνο γνωστοί και άγνωστοί μας ή βλέπαμε στα dvd.

Η ημερομηνία: 28/05/09. To OAKA ανοίγει τις πύλες του και γύρω στις 20:15 οι Answer κάνουν την είσοδό τους.



Η αρένα κατά το μεγαλύτερο ποσοστό της γεμάτη, ενώ από τις κερκίδες διακρίνεις τα AC/DC horns των 10€ αναμμένα σταθερά ή να αναβοσβήνουν. Οι Ιρλανδοί γίνονται δεκτοί με αρκετά θερμό τρόπο. Αν είναι λόγω της ωριμότητας του ελληνικού κοινού ή της σούπερ ανεβασμένης διάθεσης του, δε βάζω το χέρι μου στη blues φωτιά που άναψε στην Καλογρέζα το "Preachin'". Ο ήχος τους στην αρχή μουντός, δείχνει να βελτιώνεται με την ώρα και χωρίς να ακουμπά ψηλά επίπεδα έντασης φτάνει σε ικανοποιητικά επίπεδα απόδοσης.



Το set list τους αρκετά δυνατό, με τη ζυγαριά να γέρνει προς το "Everyday Demons" σαφώς, αλλά και με το υπέροχο "Under The Sky" από το "Rise" να κλείνει ιδανικά στις 21:00 ακριβώς ένα 45λεπτο ρεζουμέ των δύο δισκογραφικών πονημάτων τους. Καλή για την περίσταση εμφάνιση, αλλά ο αχανέστατος χώρος έδειξε κάποιες στιγμές να τους καταπίνει.



Μόλις 30 λεπτά αργότερα και με την αδρεναλίνη να έχει χτυπήσει κόκκινο, το rock 'n' roll τρένο με τον Angus δεμένο πισθάγκωνα συγκρούεται με τη σκηνή του ΟΑΚΑ. "Rock N' Roll Train" και οι χιλιάδες οπαδοί (δε μέτρησα σαν ισοβίτης όλα τα κεφάλια, ζητώ συγγνώμη για την αοριστία του «χιλιάδες») παραληρούν. Ο φίλος μου ο Νίκος ξεστομίζει το ιστορικό «είναι αλήθεια, είναι εδώ» και το πάρτι ξεκινά.

"Hell Ain't A Bad Place To Be" και το ξέσπασμα αμέσως μετά: "Back In Black", με τα πρώτα καπνογόνα και τη μαζική συμμετοχή του κόσμου στο refrain. Οι αντιδράσεις πραγματικά ανατριχιαστικές σε κάθε νότα γεννημένη από την κιθάρα του Angus Young. Η φωνή του Johnson φτάνει στα αυτιά μας «μασημένη», σα να καλύπτεται από τις κιθάρες, αλλά οι κραυγές του κοινού, που τραγουδά σχεδόν όλους τους στίχους, καλύπτουν τη μικρή αυτή αδυναμία.

Ακολουθεί το "Big Jack" από το νέο άλμπουμ, με τα πνεύματα κάπως κατευνασμένα (φυσιολογικό), αλλά το "Dirty Deeds" που ακολουθεί δεν αφήνει περιθώρια εφησυχασμού: Ντελίριο ξανά σε κερκίδες και αρένα, με τον κόσμο να τραγουδά μεθυσμένος «...Done Dirt Cheap...».

Στις κερκίδες δεν κάθεται κανείς, όλοι όρθιοι συμμετέχουν με παλαμάκια, φωνές και τραγούδι. Oι Brian και Angus πραγματικοί performers, μεταφέρουν το κέφι και τη ζωντάνια τους με μαγικό τρόπο στην αρένα (κυρίως) και στις κερκίδες, ενώ ανεβοκατεβαίνουν την εξέδρα που βουτά μέσα στο κοινό.



"Shot Down In Flames" για συνέχεια και αμέσως μετά το απόλυτο απωθημένο. «Κεραυνοχτυπημένοι» κυριολεκτικά, συμμετέχουμε ο καθένας με ό,τι διαθέτει, δημιουργώντας το δικό μας, κατά-δικό μας, βιντεοκλίπ στη μνήμη μας, διαγράφοντας τα «ξένα» "Live At Donington", "Νo Bull Live" και λοιπά dvd.



Αμέσως μετά η ανάσα με το "Black Ice", που δεν το γνωρίζει η πλειοψηφία του κοινού, αλλά διατηρεί ζεστή την κατάσταση μέχρι να έρθουν οι γυναίκες σε πρώτο πλάνο με το "The Jack", το οποίο τις ανεβάζει σε αντρικούς ώμους και τις οδηγεί σε ερωτικά λικνίσματα που ευχαριστούν το «τηλεοπτικό μας μάτι». Το τελετουργικό striptease του Angus δε λείπει - δε φτάνει φυσικά σε full monty, αλλά σταματά σε εσώρουχο με το λογότυπο της μπάντας ραμμένο στο πίσω μέρος του!



Καμπάνες ηχούν στο ΟΑΚΑ και δεν είναι ώρα για τη λειτουργία, αλλά για κάτι πολύ πιο «κολασμένο»: Είναι το "Hells Bells" φυσικά που και πάλι εξυψώνει τις μαύρες μας ψυχές. Μια υπέροχη σύνθεση, η οποία πακέτο με το "Shoot To Thrill" δίνει άλλη μια κλωτσιά στα ήδη πονεμένα μας οπίσθια. Εκπληκτικό το σόλο και η συμμετοχή του κοινού πολύ δυναμική.



Έχει περάσει ήδη μια ώρα αλλά φάνηκε σαν 10 λεπτά, σαν όμορφη μουσική συνουσία, και οι ρυθμοί πέφτουν λίγο με τρεις συνεχόμενες «non greatest hits» επιλογές, δύο από αυτές από το "Black Ice". Αυτή ήταν και η τελευταία μας ευκαιρία για ανασύνταξη.



"You Shook Me All Night Long", "T.N.T", "Whole Lotta Rosie" και "Let There Be Rock" στη σειρά προκαλούν φρενίτιδα και εκστασιασμό, οδηγώντας μας στο πρώτο πέσιμο της αυλαίας. Στο "T.Ν.Τ" και στη φουσκωτή "...Rosie" τραγουδάμε με την ψυχή μας, ενώ στο "Let There Be Rock" ο Angus ανεβαίνει στη γνωστή βάση στο κέντρο της αρένας και εξυψώνεται μέσα σε γενικό ενθουσιασμό.

Encore με κόκκινους καπνούς και τα κέρατα του Young σε μια ανεπανάληπτη "Highway To Hell" που τραγουδιέται μαζικά πριν τα κανόνια του "For Those About To Rock" μας χαιρετήσουν με ομοβροντίες και βεγγαλικά. Πραγματικό ξεσάλωμα επικρατεί και φυσικά αποθέωση για μια μπάντα που δε σφύζει από νιάτα, αλλά πάνω στη σκηνή συνεχίζει να «παραδίδει τα καλούδια» με φανερή δίψα για rock 'n' roll. Μεγάλη μπίζνα η μουσική, αλλά όταν συνδυάζεται με τέτοιο πάθος και προσοχή στη λεπτομέρεια δε σε αφήνει καν να βάλεις αρνητικές σκέψεις στο μυαλό σου.

Και αν οι απόντες (για τους υπόλοιπους δεν υπάρχουν αμφιβολίες) σκέφτεστε αν τελικά νοιώσαμε "Thunderstruck" ή το μόνο που έμεινε ήταν η χοντρή φουσκωτή Rosie και οι κανονιοβολισμοί, μην το φιλοσοφείτε και πολύ. Μη σας τρομάζει η εισαγωγή αυτού του κειμένου. Τα πράγματα είναι απλά, αλλά και σοβαρά ταυτόχρονα. Σαν τα riffs των Young Bros ένα πράγμα. Πολύ κοντά στο απόλυτο συνδυασμό διασκέδασης και ψυχαγωγίας, το πακέτο εικόνας-ήχου-συναισθημάτων που προσφέρουν οι AC/DC δεν είναι φτηνό arena rock, αλλά αληθινό rock 'n' roll ψυχής, παιγμένο σε αρένες. Και αυτό έχει τεράστια διαφορά φίλοι μου.

Long Live pure & evil rock n' roll!

Set list:
01. Rock N' Roll Train
02. Hell Ain't A Bad Place To Be
03. Back In Black
04. Big Jack
05. Dirty Deeds Done Dirt Cheap
06. Shot Down In Flames
07. Thunderstruck
08. Black Ice
09. The Jack
10. Hells Bells
11. Shoot To Thrill
12. War Machine
13. Dog Eat Dog
14. Anything Goes
15. You Shook Me All Night Long
16. T.N.T.
17. Whole Lotta Rosie
18. Let There Be Rock
---------------------------------------
19. Highway To Hell
20. For Those About To Rock (We Salute You)

Αντώνης Μουστάκας